Μέχρι πρόσφατα τα 2.000 περιστατικά ανηλίκων οι οποίοι μεταφέρονται ετησίως τραυματισμένοι στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών των ελληνικών νοσοκομείων περνούσαν απαρατήρητα. Αντιμετωπίζονταν στην πλειοψηφία τους ως κοινά περιστατικά, χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη διερεύνηση τυχόν κακοποίησης.
Οι φρικτές υποθέσεις παιδικής θνησιμότητας που είχαμε στην Αχαΐα και την Ηλεία τα τελευταία χρόνια αποτέλεσαν αφορμή, ώστε ευαισθητοποιημένοι γιατροί να εστιάσουν πίσω από τους αριθμούς και να αναζητήσουν αίτια και ευθύνες με τελικό στόχο να σταματήσει αυτός ο κακοποιητικός κύκλος εις βάρος των παιδιών.
Σε αυτή την προσπάθεια δύο γιατροί της πόλης μας με επιμονή, υπομονή, κόντρα στην αρνητική κριτική με προσωπικό κόστος κατάφεραν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον της ηγεσίας του υπουργείου Δικαιοσύνης. Πρόκειται για τον υπεύθυνο της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας Παιδιών και Εφήβων του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών, Ανδρέα Ηλιάδη, και τον χειρουργό Παίδων, διευθυντή ΕΣΥ στο «Καραμανδάνειο», Βασίλειο Αλεξόπουλο.
Οι δύο επιστήμονες ένωσαν τις δυνάμεις τους κι έσπασαν την επικίνδυνη σιωπή, ίσως και αδιαφορία των εμπλεκομένων στη διαχείριση των περιστατικών κακοποίησης παιδιών και πέτυχαν τη δημιουργία Επιτροπής με αντικείμενο την έκδοση πρωτοκόλλου Ιατροδικαστικής Διερεύνησης περιστατικών παιδικής κακοποίησης υπό το υπουργείο Δικαιοσύνης. Η επιτροπή συστάθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο και βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο του έργου της. Αυτό σημαίνει ότι άμεσα θα τεθεί σε εφαρμογή ένα πλαίσιο θεσμικής θωράκισης γιατρών και υγειονομικού προσωπικού και, κυρίως, προστασίας παιδιών.
Συμβολικά επιλέξαμε να συναντήσουμε τους δύο γιατρούς στον χώρο του μοναδικού αμιγώς παιδιατρικού νοσοκομείου της Δυτικής Ελλάδας, το «Καραμανδάνειο».
«Με τον κ. Αλεξόπουλο συζητούσαμε χρόνια αυτά τα θέματα. Μας βασάνιζαν», λέει ο Ανδρέας Ηλιάδης. Τα πολλά περιστατικά που αντιμετώπιζαν τούς έπεισαν ότι απαιτείται θεσμική θωράκιση.
Στο ερώτημά μας εάν στην προσπάθειά τους αυτή αισθάνθηκαν ακάλυπτοι από το σύστημα, ο κ. Αλεξόπουλος μιλά για το «κόκκινο τηλέφωνο» που ποτέ δεν ήρθε: μια άμεση γραμμή επικοινωνίας με την Ιατροδικαστική, χωρίς τον φόβο μηνύσεων ή διώξεων. «Θέλουμε οι γιατροί να μπορούμε να μιλάμε χωρίς να φοβόμαστε πραγματικά είτε να μηνυθούμε είτε να κατηγορηθούμε, να μπορούμε να δίνουμε απλόχερα την ιατρική μας σκέψη προς την Ιατροδικαστική και, αν υπάρχει κάτι μεμπτό ή ύποπτο, αυτό να παίρνει τον δρόμο του», τονίζει. Αυτό ακριβώς επιχειρεί να καλύψει το νέο πρωτόκολλο.
Στην πορεία των χρόνων και οι δύο γιατροί ήρθαν αντιμέτωποι με περιστατικά τα οποία τους συγκλόνισαν ιδιαίτερα κι έτσι έβαλαν ως προσωπικό στοίχημα την ανάπτυξη ενός δικτύου προστασίας των παιδιών. Ο κ. Αλεξόπουλος θυμάται τρία κακοποιημένα παιδιά στο «Αγλαΐα Κυριακού». «Δεν έχω ξεχάσει τα βλέμματα αυτών των παιδιών που αναζητούσαν ένα καταφύγιο αγάπης», μας λέει. Ο κ. Ηλιάδης αναφέρεται σε δύο βρέφη με σύνδρομο ταρακουνημένου παιδιού που δεν τα κατάφεραν. «Ένιωσα αδύναμος», παραδέχεται.
Και οι δύο πιστεύουν ότι ο υγειονομικός κόσμος είναι ευαισθητοποιημένος. Οι γιατροί κάνουν το μάθημα της παιδικής κακοποίησης μέσα στο πλαίσιο της Ιατροδικαστικής και των άλλων μαθημάτων της Παιδιατρικής και της Παιδοχειρουργικής. Αυτός ο κόσμος πρέπει να απαλλαχτεί από τον φόβο της ανάδειξης και της καταγγελίας ενός τέτοιου περιστατικού. Και σε αυτό στοχεύει το πρωτόκολλο διαχείρισης αυτών των περιστατικών. «Δώστε μας στήριξη και θα αναδείξουμε αυτό που βλέπουμε», λέει ο κ. Ηλιάδης. «Είναι υποχρέωσή μας απέναντι σε κάθε παιδί».
Τι σημαίνει παιδί γι’ αυτούς; «Η ζωή μου», απαντά ο ένας. «Δώρο Θεού», ο άλλος.
Η προστασία των παιδιών προϋποθέτει και κοινωνική επαγρύπνηση. «Να γίνουμε ενεργοί πολίτες, να πάψουμε να είμαστε πολίτες του πληκτρολογίου», προτρέπει ο κ. Αλεξόπουλος. Σε μια εποχή που συχνά εξαντλείται στην καταγγελία εκ των υστέρων, οι δύο γιατροί επέλεξαν την πράξη πριν από την τραγωδία. Και αυτή η θεσμική αλλαγή η οποία γεννήθηκε από τη δική τους κινητοποίηση τους καθιστά χωρίς αμφιβολία Πρόσωπα της Χρονιάς.